
Από τη σύγκρουση στη συζήτηση
Οι συγκρούσεις συνιστούν δομικό στοιχείο κάθε διαπροσωπικής σχέσης και δεν εμφανίζονται ως τυχαία δυσλειτουργία· αντιθέτως, ανακύπτουν ακριβώς στο σημείο όπου οι επιμέρους στόχοι και ανάγκες δύο ατόμων συναντώνται, αλληλεπιδρούν και, συχνά, περιορίζουν η μία την άλλη. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι η «εξάλειψη» των προστριβών, κάτι που θα απαιτούσε την αναστολή των διαφοροποιημένων κινήτρων και ρυθμών των ανθρώπων, αλλά η έγκαιρη αναγνώριση των πρώτων ενδείξεών τους, όπως η αλλαγή στον τόνο της φωνής ή μια εσωτερική σύγκρουση (όπως θα αναλύσουμε και παρακάτω), και η αξιοποίησή τους ως αφετηρίας για ανοιχτό διάλογο προτού εξελιχθούν σε κλιμακούμενη αντιπαράθεση. Η ικανότητα να εντοπίζουμε εγκαίρως αυτά τα μικροσκοπικά σήματα και να τα μετατρέπουμε σε πληροφορία προς επεξεργασία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση τόσο της συνεργασίας όσο και της συναισθηματικής ασφάλειας μέσα σε οποιαδήποτε σχέση.
Ορισμός σύγκρουσης και η έννοια της γνωστικής ασυμφωνίας
Πάμε να ξεκινήσουμε λοιπόν κοιτώντας κάποια πολύ βασικά δομικά χαρακτηριστικά για να συνεχίσουμε την κουβέντα μας περί συγκρούσεων. Σύγκρουση ορίζεται η κατάσταση στην οποία άτομα ή ομάδες αντιλαμβάνονται την εκπλήρωση ενός στόχου ή μιας ανάγκης ενός άλλου μέρους, ως εμπόδιο για την αντίστοιχη ικανοποίηση της δικής τους ανάγκης. Ο ορισμός αυτός ισχύει εξίσου για εξωτερικές αλληλεπιδράσεις όσο και για τις εσωτερικές μας διεργασίες, όπου, για παράδειγμα, η προσδοκία σωματικής γράμμωσης μπορεί να συγκρούεται με την επιθυμία για βραδινή γαστρονομική απόλαυση.
Σε ενδοψυχικό επίπεδο, η ύπαρξη αυτής της διαπραγμάτευσης χαρακτηρίζεται ως γνωστική ασυμφωνία που αφορά τη δυσφορία που δημιουργείται όταν δύο πεποιθήσεις, ή μία πεποίθηση και μια συμπεριφορά, συναντιούνται και συγκρούονται μεταξύ τους. Η ασυμφωνία αυτή δεν αποτελεί δυσλειτουργία, αλλά μηχανισμό μέσω του οποίου επανεξετάζουμε, αναθεωρούμε και τελικά ανανεώνουμε το προσωπικό αξιακό μας σύστημα. Όταν όμως το ενδεχόμενο έκθεσης των αντιφάσεων απειλήσει την εικόνα που έχουμε είτε οι ίδιοι για τον εαυτό μας είτε οι γύρω μας για εμάς, ενεργοποιείται μια άμυνα του εγώ. Στα αγγλικά θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε ego defensiveness (για τους λάτρεις των ταμπελών ας το αναφέρουμε και έτσι!) που στην ουσία του ως όρος περιγράφει μια ταχεία αμυντική κινητοποίηση του εγώ απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση της υπάρχουσας ταυτότητας, με αποτέλεσμα η εσωτερική αμφιβολία που θα δημιουργηθεί από την σύγκρουση να μετατρέπεται σε τείχος επιχειρημάτων.
Συναισθηματική & επικοινωνιακή νοημοσύνη: αναγνώριση βαθύτερων αναγκών
Στο σημείο αυτό καθίσταται κρίσιμη και η συναισθηματική νοημοσύνη (η ικανότητα αναγνώρισης, κατανόησης και ρύθμισης τόσο των δικών μας συναισθημάτων όσο και των συναισθημάτων των άλλων) καθώς και η επικοινωνιακή νοημοσύνη, δηλαδή η επίγνωση ότι κάθε λεκτικό ή μη λεκτικό σήμα (τόνος, παύση, σιωπή) αποτελεί φορέα πληροφορίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η διατύπωση «όλα είναι επικοινωνία» δεν είναι ρητορική υπερβολή αλλά διαπίστωση.
Όταν ανακύπτει μια διαφωνία (λ.χ. σχετικά με τον προορισμό διακοπών ή τη διαχείριση οικιακών υποχρεώσεων) απαιτείται διερεύνηση πέρα από το επιφανειακό αντικείμενο, διότι συχνά τα φαινομενικά «μικρά» ζητήματα λειτουργούν ως δείκτες βαθύτερων αναγκών· ενδέχεται, για παράδειγμα, η επιλογή τόπου αναψυχής να υποκρύπτει για το ένα μέλος την ανάγκη για ασφάλεια και για το άλλο ανάγκη για δράση, ενώ πίσω από τα παράπονα όπως «πάλι εγώ θα πετάξω τα σκουπίδια;» υποβόσκει το αίτημα αναγνώρισης της συνεισφοράς.
Από την ενδοπροσωπική διαύγεια στο καθρέφτισμα του άλλου
Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η αποτελεσματική διαχείριση μιας σύγκρουσης αρχίζει τη στιγμή που αναγνωρίζονται, με την ίδια προσοχή, οι γνωστικές ασυμφωνίες που δρουν τόσο μέσα μας όσο και στον ψυχικό κόσμο του συνομιλητή. Καθώς πρώτα εστιάζουμε στο εσωτερικό πεδίο, η ακριβής ονομασία των δικών μας αντιφατικών τάσεων (για παράδειγμα «πιστεύω ότι είμαι καλός στο Χ αλλά ο συνάδελφος μου μόλις υπονόησε ότι δεν είμαι καλός σε αυτό το Χ») λειτουργεί σαν ρυθμιστής που μειώνει τη φυσιολογική διέγερση καθώς επιτρέπει σε ανώτερες γνωστικές διεργασίες να πάρουν τον έλεγχο από το αντανακλαστικό «πάλη ή φυγή», που συνήθως εκφράζεται σε μια συζήτηση είτε μέσω μιας απόσυρσης είτε μέσω μιας έντονης αντίδρασης.
Ωστόσο, αυτή η ενδοπροσωπική διαύγεια αποκτά πραγματική αξία όταν μεταφραστεί και σε διερευνητική στάση απέναντι στον άλλον, διότι κάθε μας λέξη προσγειώνεται σε ένα αντίστοιχο, συχνά αθέατο, πεδίο εσωτερικών αντιφάσεων. Αν, για παράδειγμα, ακούσουμε από τον/την σύντροφό μας να διατυπώνει ότι πρέπει «να μπει σαφές όριο στα έξοδα» και ταυτόχρονα η επιθυμία «να χαλαρώσουμε χωρίς περιορισμούς», αντί να χαρακτηρίσουμε την έκφραση αυτή ασυνεπή, την αναγνωρίζουμε ως ένδειξη διπλής και αντικρουόμενης ανάγκης. Αν σε μια τέτοια κατάσταση υπάρξει ένα προσεκτικό καθρέφτισμα το οποίο θα ακολουθήσει μια επαναδιατύπωση αυτού που ειπώθηκε, μπορεί να επιτραπεί έτσι στον συνομιλητή να δει τη δική του ασυμφωνία χωρίς να αισθανθεί ότι βάλλεται· η αντίθεση λοιπόν γίνεται κοινό δεδομένο προς διερεύνηση, όχι πεδίο μομφής.
Η χρησιμότητα του «Εγώ» στις συγκρούσεις
Μετά την επικύρωση και κατανόηση αυτού του εσωτερικού δίπολου από τον ίδιο τον συνομιλητή έχει νόημα να φέρουμε στο προσκήνιο και τη δική μας συναισθηματική κατάσταση μέσω μιας πρωτοπρόσωπης δήλωσης («νιώθω άγχος όταν δεν ξέρω ποιο από τα δύο είναι προτεραιότητα, καθώς δυσκολεύομαι να οργανώσω τον προϋπολογισμό»). Η συγκεκριμένη σειρά (πρώτα η αναγνώριση της πολυφωνίας του άλλου, έπειτα η έκθεση του δικού μας βιώματος) μειώνει την πιθανότητα αμυντικής έκρηξης, γιατί το μήνυμα φτάνει ως φαινόμενο προς επεξεργασία, όχι ως κατηγορία.
Από το σημείο αυτό και έπειτα, η συζήτηση μπορεί να μετατοπιστεί ομαλά στην κοινή διερεύνηση ιεραρχίας αναγκών («ποια από τις δύο ανάγκες είναι σήμερα σημαντικότερη για σένα;»), ενθαρρύνοντας και τα δύο μέρη να σταθμίσουν, να ιεραρχήσουν και να συν-ρυθμίσουν τα αντικρουόμενα κίνητρα και ανάγκες τους. Καθώς η ύπαρξη πολλαπλών, αλληλοσυγκρουόμενων αληθειών αναγνωρίζεται ως φυσιολογική, η σύγκρουση παύει να λειτουργεί ως αρένα επικράτησης και αναδύεται ως διαδικασία κοινής νοηματοδότησης: ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο δύο συμμετέχοντες συνεργάζονται για να μεταμορφώσουν τον «θόρυβο» της ασυμφωνίας σε θεμέλιο ανθεκτικής, αμοιβαίας επωφελούς σχέσης.